Ιστορίες αγάπης με ...ζώα: Η ιστορία της Μόρλι

Ιστορίες αγάπης με ...ζώα:Σκύλος εκκλησιάζεται στη θέση της νεκρής ιδιοκτήτριάς του!

Μικρές αγγελίες: Η Λίλιμπελ αναζητά το ταίρι της

Ανέβαλε την περιοδεία της για την αγάπη της Janet

«Ο "Λουκάνικος" δε θα ξανακατέβει σε πορείες»

Η Παγκόσμια Ημέρα των Ζώων

18η & 19η Διεθνής έκθεση γάτας

Ιστορίες αγάπης με ...ζώα: Το καθρέφτισμα ενός βλέμματος

Το καθρέφτισμα ενός βλέμματος

του Δημήτρη Β. Τριανταφυλλίδη

Το ξέρω. Το ξέρεις. Εμείς μιλάμε μεταξύ μας, ομιλίες απόκρυφες. Κανείς δεν μας καταλαβαίνει. Μας αρκεί όμως που συνεννοούμαστε.

Ναι. Το πρωί, όταν με ξυπνάς με χάδια και φιλιά, έτσι όπως είμαι βυθισμένος στο μαξιλάρι του ύπνου.

Κατά τη διάρκεια του πρωινού, όταν πίνω τον καφέ μου, με χαϊδεύεις. Το χειμώνα αυτό με ζεσταίνει. Μου δίνει κουράγιο για τη δύσκολη μέρα που θα ακολουθήσει.

Μ’ αρέσει η ρουτίνα μας, γιατί είναι δικιά μας.

Μ’ αρέσει αυτή η καθημερινή πρωινή βόλτα, όπου αμίλητοι περιδιαβαίνουμε τα σοκάκια για να πάμε στο πάρκο. Εκεί, πάλι αμίλητοι κοιτάζουμε τα περιστέρια που τρώνε τα ψίχουλα που άφησαν πίσω τους οι παρέες της νύχτας. Κοιτάζουμε και τα κλαριά των δέντρων.

Το χειμώνα γυμνά και ορφανά, την άνοιξη όμως μπουμπουκιάζουν. Και πάντα κοιτάζουμε εκείνο το ψηλό κλαρί στην κορφή του δέντρου, όπου τα ανοιξιάτικα απογεύματα έρχεται εκείνος ο γερο- μπούφος. Τα κοτσύφια όμως είναι πάντα εκεί.

Χειμώνα – καλοκαίρι. Μερικές εκατοντάδες μόλις μέτρα από την Ομόνοια. Το ξέρω ότι σ’ αρέσουν. Σε βλέπω να τα παρακολουθείς.

Το μεσημέρι, η σιωπή γύρω από το τραπέζι είναι εκκωφαντική. Παρακολουθώ με λαχτάρα το βλέμμα σου. Είσαι λιχούδα. Η χαρά του μάγειρα, κι ας μην πλένεις ποτέ τα πιάτα. Με κοιτάζεις, όπως δεν με κοίταξε καμιά. Σε κοιτάζω κι εγώ. Τα βλέμματα διασταυρώνονται σ’ ένα γιορτάσι χαράς. Κάθε μέρα, κάθε φορά.

Το απόγευμα, όταν ο ήλιος γέρνει ποτίζουμε μαζί τα λουλούδια. Σ’ αρέσει να πλατσουρίζεις στα νερά. Σ’ αρέσει ο βασιλικός κι η μυρωδιά του. Και μετά, ξανά η ίδια βόλτα, μόνο που αυτή τη φορά πάμε στο αγαπημένο σου μέρος, εκείνο τον πεζόδρομο που ενώνει το μακρινό παρελθόν με το παρόν. Και περπατάς καμαρωτή και στητή, θαρρείς και σου ανήκει ο κόσμος ολάκερος.

Και μετά, κουρασμένοι και διψασμένοι γυρίζουμε σπίτι. Αφού τη δίψα μας χορτάσουμε, καθόμαστε κοντά – κοντά στη βεράντα, εγώ να καπνίσω το τελευταίο τσιγάρο της μέρας κι εσύ να μυρίσεις τη νύχτα της πόλης και να έχεις πάντα εκείνο το αθώα απορημένο βλέμμα από τα διάφορα φώτα. Είναι μια από τις ανεπανάληπτες στιγμές φιλόξενης χαλαρότητας που μου χαρίζεις γενναιόδωρα κάθε μέρα.

Το ήξερα από την αρχή πως πορφυρογέννητη δεν είσαι. Αλήτισσα κι αδέσποτη ήσουν. Θυμάμαι όταν ήρθα να σε πάρω πως έτρεξες μόνο εσύ, ανάμεσα σε άλλους, κατευθείαν πάνω μου. Αυτό ήταν. Ένας έρωτας από την πρώτη ματιά. Ένας έρωτας που κρατάει για πάντα.

Από τότε ζούμε μαζί, Πριγκηπέσα μου.